Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Αποχαιρετισμός {Part 5} -To Be conTinued..........

Εκείνος να φεύγει από το σπίτι. Το σπίτι του. Να το κοιτάζει με μάτια μεγάλα. Με μάτια θλιμμένα. Έκλαιγε από μέσα του, το ξέρω. Το ήξερα και τότε. Έκανα πως δεν το καταλάβαινα. Το στομάχι μου κόμπος. Άλυτος - από τότε ίσως....

Εκείνος να φεύγει από το σπίτι. Με μια αχτίδα ελπίδας ότι θα τα καταφέρει. Μια αχτίδα μόνο που χανόταν την επόμενη στιγμή πίσω από το σύννεφο της αρρώστιας. Αυτό το μαύρο το καταραμένο σύννεφο που είχε κατσικωθεί πάνω από το σπίτι μας έξι μήνες. Έξι ολόκληρους μήνες. Αυτό το μαύρο κωλοσύννεφο που είχε θολώσει το βλέμμα του κι είχε στοιχειώσει τα όνειρά του. Δεν ήταν ύπνος αυτό που έκανε. Πάλη ήτανε. Με τα φαντάσματά του. Κι άλλοτε ήταν απλώς αποτέλεσμα εξουθένωσης. Εκεί που δεν πάει άλλο δηλαδή...

Εκείνος να φεύγει από το σπίτι. Με μένα. Εγώ να τον οδηγώ. Πού; Ούτε κι εγώ ήξερα...Ήθελα να πιστέψω, ήθελα να ελπίσω, αλλά βαθειά μέσα μου ήξερα. Κι ήξερε κι εκείνος. Δυστυχώς. Είχε από καιρό πάψει να είναι αγέρωχος και τσαμπουκάς. Κι εγώ το ίδιο. Το αγέρωχο δεν το 'χα ποτέ. Αλλά το τσαμπουκάς....Είχε από καιρό πάψει να βλέπει μακρυά και να 'ναι στήριγμα. Είχε μπει ο φόβος μέσα του. Και τον είχε παραλύσει. Μαζί του κι εμείς. Όλοι εμείς. Πάντα εμείς. Κι εκείνη πιο πολύ. Και τότε είναι που νιώθεις πως μεγάλωσες και πως γίνεσαι γονιός του γονιού σου.

Εκείνος να φεύγει από το σπίτι και να το αποχαιρετά. Με τα μάτια του. Να το κοιτάει καρφωμένος να το χορτάσει. Να βλέπει τις δυο του καμινάδες, τα παραθυρόφυλλα του γραφείου του κλειστά, την πόρτα της κουζίνας μισάνοιχτη, την πόρτα της αυλής ορθάνοιχτη, τα παντζούρια του υπνοδωματίου τα ταλαιπωρημένα, το αμαξάκι το μικρό το δεύτερό του που τόσο είχε βολευτεί αραγμένο, το σκυλί του να τον κοιτάζει μαραμένο και την μάνα μου να στέκεται εκεί τσακισμένη και δυνατή ταυτόχρονα. Κολώνα. Κορώνα. Κι εγώ τον έβαλα στο μαύρο αυτοκίνητο και τον πήρα μακριά. 

Με το που μπήκε μες στο αμάξι έκλεισε τα μάτια. Κουβέντα δεν είπε σε όλη τη διαδρομή ως την Αθήνα, ενώ εγώ φλυαρούσα διαρκώς και κατ' εξαίρεσιν...Με έπνιγε η σιωπή. Ήθελα να ουρλιάξω. Δε μπορούσα. Οπότε μίλαγα ακατάπαυστα. Μέχρι που φτάσαμε. 

Φτάσαμε. Παίξαμε. Χάσαμε.... Άνιση μάχη, βάρβαρος ο αντίπαλος. 
Ο πατέρας δεν ξαναγύρισε στο σπίτι...Το βλέμμα του εκείνη τη μέρα ήταν αποχαιρετισμός.

υγ:Είναι κάτι στιγμές, όπως τούτη εδώ, που φτάνουμε στα μέσα του Απρίλη και στο Πάσχα σιγά σιγά και λίγο μετά έρχεται ο Μάης - Μάης ήταν.. - που έρχονται στο νου μου όλες αυτές οι εικόνες. Είναι στενάχωρες, αλλά και βαθειά ουσιαστικές οι στιγμές και οι μνήμες που θα κουβαλάω από εκείνο το γκρίζο ανοιξιάτικο πρωινό πάντα. Και για πάντα.....


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου