Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Ανάμνηση συνενοχής

Είναι 5 παρά είκοσι το απόγευμα. Έχω απλωθεί στον καναπέ. Χαζεύω σαπουνόφουσκες στην τηλεόραση. Εκείνη λείπει - δεν ξέρω πώς κι έτσι, αλλά λείπει - κι εσύ κοιμάσαι. Κανείς δε θα μου βάλει τις φωνές που δε διαβάζω. Τι να διαβάσω δηλαδή...Εγώ διαβάζω τα βράδια μου, αυτά που θέλω κι αυτά που μου μιλάνε. Όλα τα άλλα τα αποστηθίζω και δει πολύ εύκολα. Με τη μία! Κι είμαι τυχερή!
Είναι άνοιξη και δε βλέπω την ώρα να βγω βόλτα με το παπάκι δήθεν για να πάω φροντιστήριο. Η αλήθεια είναι ότι θέλω απλώς να τριγυρίσω στις εξοχές με το παπί και το γουώκ-μαν στ' αυτιά. Ναι, από τότε - από πάντα μάλλον - η μουσική μαζί μου. Κι εντός μου.
5 παρατέταρτο κι εγώ αραχτή με τα μαύρα μου σταράκια πάνω στον καναπέ. Ναι, εκείνη λείπει σίγουρα. Κι εκείνος ξυπνάει σε ένα τέταρτο. Έχω χρόνο ακόμα. Η Τ είναι κάπου μέσα, δε με απασχολεί. Και τα μικρά; Πού να 'ναι; Μάλλον μ' εκείνη, ναι σίγουρα μ' εκείνη. Οι σαπουνόφουσκες συνεχίζουν κι είναι μπροστά στα μάτια μου, αλλά δεν είναι κιόλας. Βάζω το χέρι στην τσέπη. Έχω- δεν έχω 200 δραχμές, φτάνουν-δε φτάνουν για βενζίνη κι ένα φραπέ - ναι , τον ξέρουμε τον φραπέ και τον πίνουμε κρυφά γιατί "δεν κάνει στην ηλικία μας να πίνουμε καφέ". Ε και; Κι αν δεν κάνει; Εμείς εκεί. Και κανά τσιγάρο στη ζούλα μαζί με όλους κι ας μην κάνει. Πάντα το απαγορευμένο είναι πιο γλυκό κι η ώρα που καταπατάς το πρέπει είναι ώρα μεγάλης απόλαυσης, σχεδόν ηδονής. Και τότε και τώρα και για πάντα.
Κι εκεί που η "κορυφογραμμή τσακώνεται με το αγκάθι" μπροστά στα μάτια μου (άκου τώρα...!) τον βλέπω να μπαίνει στο καθιστικό! Μα, είναι παρά δέκα ακόμα, πώς και σηκώθηκε; Γαμώ το! Με κοιτάζει και κοντοστέκεται. Έχει δεν έχει ξυπνήσει ακόμα. Εγώ κατεβάζω τα πόδια μου και μαζεύομαι. "Διάβασα" του λέω κι ας μη με ρώτησε. "Δεν είχαμε πολλά....". Με κοιτάει και χαμογελάει. "Η μάνα σου λείπει;" μου λέει. Κουνάω το κεφάλι καταφατικά. "Άπλωσε τα πόδια σου τότε, τώρα που δε σε βλέπει κανείς" μου λέει συνωμοτικά και χαμογελάει και μπαίνει στην κουζίνα για να φτιάξει καφέ.
Μ' αυτό το χαμόγελο ξύπνησα σήμερα κι αυτή τη γλυκιά συνενοχή μέσα στην απλότητα μιας καθημερινότητας και σε μια αθωότητα που θέλω να πιστεύω ότι δεν έχει χαθεί για πάντα.

Καλό μήνα..................


Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

So, you're leavin'... {Part 4 - To Be conTinued}

Φεύγεις. Σε 9 ώρες και 58 λεπτά. Φεύγεις. Με φίλησες χτες και μου 'πες αντίο. "Θα τα πούμε σε δυο βδομάδες" είπες. Δυο βδομάδες! Πού να 'ξερες...Δεν ξέρεις. Δε θα μάθεις ποτέ. Περάσαμε το βράδυ μας χτες μαζί. Όπως τόσα βράδια. Αλλά και τόσα απογεύματα και τόσες νύχτες "ως τα χαράματα" - δε γίναν' θαύματα....Πάντα μαζί, πάντα κολλητοί. Αυτοκόλλητοι - γιατί; Ξέρω πως μυρίζει η ανάσα σου και πώς το κορμί σου. Ξέρω πώς μυρίζει το άρωμά σου σένα. Σε μένα πάνω γίνεται πικρό. Σε σένα γίνεται μαγνήτης - κι εγώ το θύμα. Ξέρω πώς πίνεις τον καφέ σου και πόση ζάχαρη θα σου βάλω ακριβώς ανάλογα με το φλιτζάνι ή την κούπα. Ξέρω ακόμα και πώς βάζεις και καφέ και άσπρη ζάχαρη για να είσαι στην απόλυτη απόλαυση αυτής της συνήθειας. Ξέρω την ώρα που τα μάτια σου αρχίζουν να βαραίνουν γιατί η κούραση σε νικάει κι έρχεται η ώρα του Μορφέα. Με το που σε ακούω στην άλλη γραμμή καταλαβαίνω αν χαίρεσαι ή αν κάτι σου έχει συμβεί. Ή ακόμα κι αν έχεις απλώς νεύρα. Ξέρω. Σε ξέρω. Κι εσύ με ξέρεις. Ως εκεί που θέλω να με μάθεις.Δε θέλω να μάθεις.

Φεύγεις. 9 ώρες και 51 λεπτά μετά. Κι εγώ σκέφτομαι την απουσία σου από τις μέρες μου και μαραίνομαι. Και αδειάζω. Δεν είναι ότι σε βλέπω κάθε μέρα. Κι όμως είναι σα να 'σαι κοντά μου όταν είμαστε στην ίδια πόλη. Είναι η ψευδαίσθηση ότι θα έρθω να σε συναντήσω ανά πάσα στιγμή. Κι ας μη σου πω την αλήθεια μου. Μόνο να σ' έχω απέναντί μου μου φτάνει.

Φεύγεις. Για να ξεφεύγεις. Και γιατί πρέπει. Συνδυάζεις και τα δύο. Σε 8 ώρες και 52 λεπτά. Κι εγώ τι κάνω εδώ; Παραμιλάω. Έχω κι ένα μπουκάλι chardonnay που αδειάζει. Χωρίς ποτήρι. Αυτή τη δουλειά θα κάνουμε τώρα; Δε με βλέπει κανείς. Πίνω όσο θέλω. Τόσο, όσο....Πληκτρολογώ και φλυαρώ και γράφω λέξεις ασυνάρτητες - αρχίζει και πιάνει τόπο το αλκοόλ....ωραία! Αλλά δε βυθίζομαι ακόμα.

Φεύγεις. Κι εγώ κουρέλι σα να φεύγεις για πρώτη φορά. Και σα να 'ναι η τελευταία. Έχω γύρω μου ανοιγμένες τις Κυριακάτικες εφημερίδες. Διάβαζα όλη μέρα και δεν έχω συγκρατήσει τίποτα. Ναι, διάβαζα. Μηχανικά. Καμιά σχέση με ουσιαστικό διάβασμα. Προσπάθησα να απασχολήσω το μυαλό μου. Με την πολιτική επικαιρότητα. Με τα νέα της τέχνης. Με τα ζώδια και τη βαθμολογία στην Α Εθνική. Τα διάβασα όλα. Και; Αν με ρωτήσεις τώρα δεν ξέρω τίποτα. Μόνο πως σε 8 ώρες και 23 λεπτά φεύγεις.

Πάντα σε διασκέδαζε η εμμονή μου με το χρόνο, με τα λεπτά. Κι εγώ σου έγραφα στιχάκια για την εμμονή μου. Με το χρόνο. Με σένα. Με σένα. "Κι όλο εσένα θέλω μόνο..." αγαπημένο σου τραγούδι. Χτες που μου μαγείρεψες την ώρα που άνοιγες το κρασί το σιγοτραγουδούσες. Από εκείνη την ώρα το κομμάτι παίζει στο ipod του μυαλού μου κι είναι σα να 'ναι κολλημένο εκεί. Είναι κολλημένο εκεί. Έχω κολλήσει εκεί που είσαι κι εσύ. Σε 8 ώρες και κάτι φεύγεις. Δεν μπορώ να είμαι πιο ακριβής αυτή την ώρα. Παραπατάω και οι λεπτοδείκτες κινούνται περίεργα. Είναι το chardonnay που κάνει μια χαρά τη δουλειά του. Παραδίνομαι. Κλείνω τα μάτια. Για να σε βρω στα σίγουρα, εκεί που δεν βλέπει κανείς. Μόνο εγώ. Κι εσύ μαζί μου. Και δεν φεύγεις.

"Καλό μου ταξίδι μωρό...στείλε μου μήνυμα τι θέλεις να σου φέρω από το νησί...αντίο ως τις 10 του άλλου μήνα...." ξύπνησα από τον ήχο ειδοποίησης του μηνύματός σου στο κινητό μου το πρωί. Σου έστειλα ένα χαμόγελο ως απάντηση, αλλά δεν παραδόθηκε. Το έκλεισες ήδη το κινητό μάλλον. Ήθελα να σου απαντήσω "Εσένα", αλλά το έσβησα και το έκανα χαμόγελο. Ξανακλείνω τα μάτια. Ξανακλείνομαι. Αφήνομαι...10 μέρες και κάτι ως να σε ξαναδώ.





Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

H απόλυτη ισοπέδωση κι η επαναδιαπραγμάτευση εντός μας

Όλα λοιπόν flatline...Έτσι είχαμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια. Όλα δεδομένα και απλωμένα στα πόδια μας. Για να πάρουμε. Για να έχουμε. Τόσο δεδομένα που μας λείπανε οι συγκινήσεις. Δεν μας έκανε εντύπωση τι θα βλέπαμε. Δεν εμβαθύναμε στο αν μας άρεσε ένα θέαμα πραγματικά ή γιατί θα έπρεπε. Κι  αν δεν μας άρεσε, so what? "Θα δούμε άλλη μέρα, κάτι άλλο"....Κι ας ήταν μάπα το φαΐ, εμείς θα ξαναπηγαίναμε γιατί το μέρος ήταν must....Κι ας υπήρχαν τα μέσα μεταφοράς, εμείς θα κατεβαίναμε στο κέντρο της Αθήνας με το αμάξι...εμ πώς αλλιώς! Αυτό είναι η ισοπέδωση. Να φεύγουν ίδιες οι μέρες, Κυριακές ή Δευτέρες.....

Γιατί τώρα τα λέω όλα αυτά; Γιατί στο όνομα της κρίσης και της επαναδιαπραγμάτευσης που πάντα ξεκινά από τη διαχείριση των οικονομικών μας, ίσως- και το ελπίζω δηλαδή - να αρπάξουμε την ευκαιρία να επαναδιαπραγματευτούμε με το μέσα μας. Εκτός από περίοδος κρίσης αυτή η περίοδος πρέπει να λειτουργήσει και ως περίοδος κάθαρσης. Χρειαζόμαστε το χρόνο με τον εαυτό μας, τον ουσιαστικό χρόνο εννοώ. Χρειάζεται να γίνουμε πιο επιλεκτικοί με αυτό που παίρνουμε όχι μόνο για το στομάχι μας, αλλά και για τη ψυχή μας. Μ' αρέσει που οι φίλοι ξαναμαζεύονται σε σπίτια. Ποτέ μου δεν κατάλαβα τα ρεβεγιόν στα κλαμπ ή στα μπουζούκια άλλωστε....Ούτε τις διακοπές του Πάσχα σε κάποιο resort....Μ' αρέσει που ψάχνω αρκετά πριν διαλέξω σε ποια παράσταση θα πάω γιατί ξέρω πως δε θα μπορέσω να δω πάνω από δύο ή τρεις. Και κάθε φορά να το ευχαριστιέμαι ή να το κρίνω κατόπιν προσήλωσης κι επιλογής. Κι αυτό θα μου χαρίζει κάτι. Μ' αρέσει που βγαίνω για φαγητό πολύ πιο αραιά, αλλά πάντα με καλύτερο αποτέλεσμα και μακριά από την πιασοκώλικη δηθενίλα της μακράν νυχτωμένης δημιουργικής, fusion - του κώλου τα εννιάμερα κοινώς - κουζίνας. Τις προάλλες σ' ένα μπιστρό στα Εξάρχεια στις 5 το απόγευμα έπινα υπέροχα κρασιά κι ένα απλό πλατό τυριών με δύο καινούριες φίλες κι ήμουν ευτυχισμένη.

Το έχω ξαναπεί. Στα απλά είναι τα ωραία. Όπως εκείνη η βόλτα που έκανα με τις φίλες μου απόγευμα Σαββάτου μέχρι το Σούνιο και είδαμε τον ήλιο να χάνεται στη θάλασσα. Όπως τα γέλια που κάναμε στην συνάντηση με δυο κολλητές από το πανεπιστήμιο κι ήταν σα να μην πέρασε μια μέρα - κι ας είχαν περάσει 12 χρόνια. Όπως ένα καλομαγειρεμένο φαγητό μεσημέρι Κυριακής με την οικογένεια, τα γέλια, τα πειράγματα με τους κατάδικούς μας κώδικες. Όπως το να πηγαίνεις εκδρομή χωρίς να σε νοιάζει αν οδηγάς BMW ή Fiat Panda....Και τόσα άλλα. Σταματώ όμως εδώ. Ξαφνικά γράφοντας όλα αυτά μου ήρθε η διάθεση να ακούσω το "Κάπου υπάρχει η αγάπη μου" από την Ε. Σπεύδω ταχέως. Στο επαναγράφειν.

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Εδώ στη ρωγμή του χρόνου.....

-...και του πόνου. Του χρόνου και του πόνου....


Τι πληρώνεις για να σε βρει το τέλος μέσα σε τόση μοναξιά ρε γαμώτο...Πόσοι μόνοι είμαστε τελικά; Πόσο μαζί και μόνοι;
Εννιά μέρες πεθαμένος λέει. Και δεν τον αναζήτησε κανείς; Δεν αναρωτήθηκε κανείς; 


- Την ξέρεις την απάντηση...


Δυστυχώς την ξέρω αλλά την λέω από μέσα μου. Δεν την ξεστομίζω. Τη φοβάμαι. Τη λέξη, την αλήθεια της. Ζω έντονα κι επιζητώ στιγμές μοναξιάς κι ηρεμίας. Μου λείπουν οι μοναχικές στιγμές και μερικές φορές θυμώνω με τα μικρά καθημερινά της συμβίωσης και τις απόρροιες των ρόλων που καλούμαι να παίξω. Με πιάνω ακόμα και ν' αποζητώ να φύγω ένα τριήμερο μόνη μου, εγώ κι ο εαυτός μου, με τις 24 ώρες μόνο για μένα κι όπως τις θέλω εγώ. Ξέρω όμως πως δεν είμαι μόνη, ξέρω πως έχω κάνει οικογένεια, ναι έχω κάνει μια όμορφη οικογένεια. Υπό αυτές, λοιπόν, τις συνθήκες η μοναξιά, στην κυριολεκτική της διάσταση, γίνεται γοητευτική. 


" Φώτα μεγάφωνα και στρας κι εσύ στα όνειρα γλυστράς, να βρεις πηγή να δροσιστείς, γωνιά για να ξεκουραστείς"* ....αυτό ακριβώς! Το άκουσα σήμερα και αισθάνθηκα έτσι ακριβώς. Βγαίνοντας από μια περίοδο υπερέκθεσης - για τα δικά μου τουλάχιστον μέτρα και σταθμά - τώρα αυτό που έχω ανάγκη είναι να αποτραβηχτώ για να γλιτώσω από τα οξεία συμπτώματα της αγοραφοβίας την οποία συνεχώς καταστέλλω με διάφορους τρόπους. Είμαι όμως στο όριο κι επειγόντως θέλω αποχή. Θέλω την σιωπή, την απόσταση, τα ήσυχα βράδια μου. Άδεια από φώτα, γεμάτα από εμένα κι ό,τι κι όσους αγαπώ. Γιατί χωρίς όσα κι όσους αγαπώ πού πηγαίνω και γιατί πηγαίνω τελικά;


Κι εκεί είναι η διαφορά. Άλλο να επιλέγεις να είσαι μόνος κι άλλο να σε αφήνουν μόνο. Άλλο το να λείπεις σε κάποιον κι άλλο να ξεχνάνε πως υπάρχεις. Εκεί γεννιέται ο πόνος. Και ο φόβος. Ο φόβος της μοναξιάς κι ο πόνος της λέω σήμερα εγώ. "Άντε μη φοβάσαι, που φοβάσαι, φίλος με τον πόνο να'σαι" έγραφε ο Ρασούλης και το τραγουδάμε μέχρι σήμερα. Το έλεγε κι η Ε στο Παλλάς το περασμένο Σάββατο χωρίς να ξέρει ότι εκείνος έχει ήδη φύγει. Τι τραγικό.....Τι τραγική και γεμάτη αφόρητες εκπλήξεις είναι η ζωή.


Κάθε πρωί που ξυπνάω θέλω ν' ακούσω την μητέρα μου στο τηλέφωνο. Γιατί ζει μόνη από τότε που έφυγε εκείνος. Γιατί έχει τα δικά της θέματα υγείας και την δικιά της επιβαρυμένη ψυχοσύνθεση με όλα όσα της έχουν - και μας έχουν - συμβεί. Αν δεν την βρω με την πρώτη στο ένα τηλέφωνο, παίρνω το άλλο και παθαίνω κρίση πανικού αν περάσει αρκετή ώρα και δεν με πάρει πίσω τηλέφωνο. Μια μέρα που δεν την έβρισκα πουθενά και για τρεις ολόκληρες ώρες ετοιμαζόμουν να παρατήσω τη δουλειά και να φύγω για το χωριό να δω τι συμβαίνει. Να δω τι της συμβαίνει. Κι όταν χτυπάει το τηλέφωνο άσχετη ώρα, πολύ πρωινή ή πολύ βραδυνή, πετάγομαι ιδρωμένη γιατί σκέφτομαι εκείνη. Μισώ τη μοναξιά της. Εκείνη που πάντα ήθελε την πόρτα του δωματίου της ανοιχτή για να νιώθει την βαβούρα μας κοντά της....


Εννιά μέρες ταξίδι και κανείς δεν πήρε χαμπάρι....κανείς δεν τον αναζήτησε. Προσπαθώ ακόμα να συνέλθω από το σοκ της συνειδητοποίησης της είδησης και της ουσίας της. Κι όταν σκέφτομαι πως μιλάμε για κάποιον που έχει δώσει σε γενιές ολόκληρες τόσα πολλά με τα τραγούδια του εκεί φτάνω σε σημείο φρίκης. Την ίδια στιγμή μπαίνω σε τριπάκι προσωπικής αγωνίας μην μείνω μόνη. Έτσι μόνη. Χωρίς κανένα να με αναζητά.


Ουφ, νιώθω να βαραίνω από όλες αυτές τις σκέψεις. Πλησιάζει κι η πανσέληνος την Παρασκευή....Ψάχνω τα δισκάκια μου ν 'ακούσω κάτι να ταξιδέψω την αγωνία μου. Και πέφτω πάνω σ' αυτό ...


"Πολλοί ορκίστηκαν πως μ’ αγαπήσανε
γιατί κατάλαβαν ποιος είμαι τάχα
και σαν τους πίστεψα μ’ εγκαταλείψανε,
ανάγκη μ’ είχανε, αυτό μονάχα...."



Είναι κι αυτό δικό του. Του Ρασούλη. Πού να 'ξερε πόσο αληθινός θα έβγαινε.....


Καλό του ταξίδι....






(*το στιχάκι αυτό είναι του 'Αλκη Αλκαίου, αλλά θα μπορούσε να 'ναι και δικό του...)







Σάββατο, 5 Μαρτίου 2011

It will always be your birthday............



Είναι η 4η φορά που δε μπορώ να σου πω "χρόνια πολλά" και να μου πεις ευχαριστώ. Ξέρω, με ακούς. Ξέρω, το νιώθεις. Δεν το νιώθω όμως εγώ να μου γυρίζει πίσω όμως. Δεν πειράζει. Έτσι είναι, έτσι θα είναι....

Ήταν το '89 ή το '90. Τέτοια μέρα πάλι, τα γενέθλιά σου. Γιόρταζαν κι οι Θόδωροι την ίδια μέρα, αλλά για μας το σημαντικό ήταν ότι γιόρταζες εσύ. Δεν ήθελες να γιορτάσεις, ούτε να οργανώσεις τίποτα. Αλλά θέλαμε εμείς. Σου ετοιμάσαμε την έκπληξη. Μαζί με τη μαμά, με τα κορίτσια, με τους φίλους σου. Το ότι θα είχες να πας σε επισκέψεις ήταν η τέλεια ευκαιρία. Κι εγώ μαθήτρια λυκείου το είχα πάρει πολύ σοβαρά και το είχα στήσει πολύ ωραία (ήταν η πρώτη μου παραγωγή;). Και τούρτα και μουσική - γούσταρα το ντιτζεϊλίκι - και φαγητά διάφορα, όλα τέλεια. Κι όσο έλειπες όσο μαζευόμασταν για την έκπληξη. Κι όλοι μας καμάρωναν και τις τέσσερις γι' αυτό που είχαμε στήσει. Δεν υπήρχαν κινητά τότε για άμεση ανταπόκριση, οπότε πηγαίναμε βάσει σχεδίου μαμάς. Η Τ την είχε στήσει στην γκαραζόπορτα της πίσω αυλής και μόλις είδε το μπλε κορόνα να μπαίνει μέσα έδωσε το σήμα. Τα φώτα σβήσανε. Δεν ακουγόταν τίποτα. Ακόμα κι οι πιο φασαριόζοι φίλοι σου μας είχαν υπακούσει. Μπήκες μέσα και τρελάθηκες. Η έκπληξη έπιασε κι ήμασταν τρισευτυχισμένες (μας είπες την επόμενη μέρα ότι κάτι ψιλιάστηκες με αμάξια που ήταν παρκαρισμένα κοντά στο σπίτι). Σε αγκαλιάσαμε όλες μαζί - ακόμα κι εγώ. Η δύσκολη κι ατίθαση εγώ. Η απόμακρη και φασαριόζα εγώ.
Και στήσαμε ένα πάρτυ ως τα ξημερώματα....

Ήθελα να μοιραστώ απόψε μια χαρούμενη στιγμή. Μια χαρούμενη στιγμή μιας ωραίας οικογένειας. Της δικιάς μας οικογένειας. Γιατί έχουμε περάσει πολλές στενάχωρες στιγμές και δε θέλω άλλες. Γιατί θέλω να έχουμε ωραίες αναμνήσεις κι όχι μόνο δάκρυα. Aκόμα και τις δύσκολες μέρες συναισθηματικά όπως τα γενέθλιά σου.

Να τα εκατοστήσεις λοιπόν.
Όπου και να 'σαι....





Ιt will always be your birthday...you will always be my dad....